Εξερευνώντας τον Ανθρώπινο Ψυχισμό Μέσω της Τεχνητής Νοημοσύνης
Η Άνοδος της Τεχνητής Νοημοσύνης #
Η τεχνητή νοημοσύνη έχει αναμφισβήτητα δημιουργήσει επανάσταση στην εξέλιξη της τεχνολογίας στη μεταμοντέρνα κοινωνία. Ιστορικοί χαρακτήρες όπως ο Isaac Newton, ο Ηρόδοτος, ο Sigmund Freud ή ο Albert Einstein μπορούν να προσoμοιωθούν με τη δύναμη μαθηματικών μοντέλων ώστε να συμμετέχουν σε διαδραστικές συζητήσεις με ερευνητές ή σπουδαστές εκπαιδευτικών τμημάτων. Παράλληλα, πρωτοποριακές εφαρμογές, όπως αλγόριθμοι ενίσχυσης και αποσαφήνισης εικόνων μαύρης τρύπας στο σύμπαν, καθώς και προηγμένα συστήματα πρόβλεψης τρισδιάστατης δομής πρωτεϊνών, αναδεικνύουν το εύρος και το βάθος των δυνατοτήτων της τεχνητής νοημοσύνης στην επιστημονική ανακάλυψη. Στον τομέα της υγείας, η τεχνητή νοημοσύνη κρύβει τεράστιο δυναμικό, από το να διαγιγνώσκει σπάνιες ασθένειες μέχρι να δημιουργεί εμπεριστατωμένα θεραπευτικά πλάνα, τις περισσότερες φορές αποτελεσματικότερα από τον άνθρωπο. Ωστόσο την ίδια στιγμή, έχουν γίνει γνωστές περιπτώσεις που η τεχνητή νοημοσύνη έχει καταχραστεί για την υποκίνηση και τον έλεγχο της μάζας (deepfakes), δημιουργώντας έτσι έντονες αμφιβολίες για το τι πραγματικά σημαίνει να είμαστε άνθρωποι σε μια εποχή ανεπανάληπτης τεχνολογικής προόδου.
Τουλάχιστον εώς αυτό το σημείο της ιστορίας, τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης που παράγουν αυτά τα εντυπωσιακά αποτέλεσματα, εμφανίζουν ένα σημαντικό έλλειμμα σε σχέση με τον άνθρωπο: δεν βιώνουν και κατά συνέπεια δεν έχουν υποκειμενική εμπειρία. Για να γίνει κατανοητός αυτός ο περιορισμός της τεχνητής νοημοσύνης, σας προσκαλώ να φανταστείτε ότι απολαμβάνετε ένα λαχταριστό κομμάτι κέικ. Η γεύση, η υφή και το άρωμα του κέικ πυροδοτούν ένα πλήθος νευρικών οδών, ενεργοποιώντας περιοχές που σχετίζονται με τη μνήμη και τα συναισθήματα, δημιουργώντας έτσι μια εσωτερική αίσθηση που είναι βαθιά προσωπική, εφόσον είναι δεμένη με την ιδιαίτερη ιστορία σας, χαραγμένη πάνω στο ίδιο το ύφασμα της ύπαρξής σας. Αυτή ακριβώς η εμπειρία σας είναι αυτό που αποκαλούμε υποκειμενική εμπειρία. Ενώ ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να αναλύσει δεδομένα σχετικά με συνταγές κέικ, να αναγνωρίσει τα συστατικά που χρειάζεται ή ακόμη και να δημιουργήσει μία καινοτόμα συνταγή για κέικ, δεν βιώνει την υποκειμενική εμπειρία του να γευτεί πραγματικά το κέικ. Δεν γνωρίζει την ευχαρίστηση και σίγουρα δεν έχει καμία συναισθηματική σύνδεση με το κέικ. Είναι αποκλειστικά και μόνο ένα εργαλείο που έχει προγραμματιστεί να εκτελεί ένα συγκεκριμένο έργο - να προσομοιώνει την ανθρώπινη συμπεριφορά - χωρίς να έχει πρόσβαση στον ποιοτικό συναισθηματικό πλούτο που συνοδεύει την υποκειμενική εμπειρία.
Μπορούμε σε αυτό το σημείο να κάνουμε μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση: είναι δυνατόν να προγραμματίσουμε τις μηχανές της τεχνητής νοημοσύνης να κάνουν σχεδόν τα πάντα - όσο αυτό είναι κάτι που ήδη ξέρουμε να κάνουμε οι ίδιοι. Και ενώ αυτή η συνειδητοποίηση μπορεί να μας προσδίδει με μία αίσθηση ελέγχου, είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι η τεχνητή νοημοσύνη είναι ένα εργαλείο που έχει δημιουργηθεί για να εξυπηρετεί τις ανάγκες (ορμές) των ιδιοκτητών της, λειτουργώντας μέσω ενός μηχανισμού που ονομάζεται κάθοδος κλίσης - δηλαδή ενός αλγορίθμου που αναζητά αποκλειστικά την καλύτερη λύση, προσαρμόζοντας σταδιακά τις παραμέτρους βάσει μαθηματικών συναρτήσεων. Με απλά λόγια, η τεχνητή νοημοσύνη λειτουργεί κάνοντας συνεχώς μικρές βελτιώσεις προς ένα βέλτιστο αποτέλεσμα, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις απρόσμενες κοινωνικές συνέπειες που οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν την ικανότητα να αντιλαμβάνονται. Επισημαίνεται έτσι η ανάγκη για σημαντική προσοχή και προνοητικότητα κατά την κρίσιμη φάση αυτής της γρήγορης και απρόβλεπτης ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης.
Το Πραγματικό, το Συμβολικό, και το Φανταστικό #
Από ένα κόκκινο σηματοδότη που συμβολίζει το στοπ, μέχρι ένα λευκό περιστέρι που συμβολίζει την ειρήνη, συχνά χρησιμοποιούμε αντικείμενα από το φυσικό κόσμο ως σύμβολα για να αναπαραστήσουμε αφηρημένες έννοιες ή ιδέες ενσαρκώνοντας έτσι μια διάδραση μεταξύ των τριών πεδίων της ανθρώπινης αντίληψης: το πραγματικό, το συμβολικό και το φανταστικό [Lacan, 1973].
Ας ρίξουμε μια ματιά στην παρακάτω πρόταση:
"Επιτέλους βρήκα το τηλέφωνό μου!"
-
Στον πραγματικό κόσμο, η πρόταση περιγράφει ένα συγκεκριμένο, παρατηρήσιμο γεγονός: την επιτυχημένη ανακάλυψη ενός τηλεφώνου που είχε χαθεί. Είναι ένας πραγματικός ισχυρισμός που μπορεί να επιβεβαιωθεί μέσω της άμεσης παρατήρησης.
-
Στο συμβολικό κόσμο, η πρόταση αποκτά μεταφορική σημασία. Η ανάκτηση του τηλεφώνου ίσως αντιπροσωπεύει την αποκατάσταση της σύνδεσης ή την επίλυση ενός προβλήματος στη ζωή του ομιλητή, ή απλά την επαναφορά μιας κατάστασης που είχε χάθεί.
-
Στο φανταστικό κόσμο, η πρόταση αντανακλά τον εσωτερικό κόσμο του ομιλητή. Η ανακάλυψη του τηλεφώνου μπορεί να εκφράζει μια εσωτερική αίσθηση ικανοποίησης ή απελευθέρωσης από μία προηγούμενη σύγχυση ή αγωνία.
Για να διερευνήσουμε τον τρόπο με τον οποίο η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να γεφυρώσει, δηλαδή να κατανοήσει, το χάσμα μεταξύ αυτών των τριών πεδίων, ζήτησα από ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης να δημιουργήσει εικόνες που αναπαραστούν την "έκφραση ενός ανθρώπου που επιτέλους βρήκε το τηλέφωνό του". Παρακάτω παρουσιάζονται μερικά από τα αποτελέσματα που κατασκεύασε η τεχνητή νοημοσύνη ως απάντηση στο αίτημά μου:
Ίσως ήδη παρατηρείτε κάτι ενδιαφέρον: υπάρχουν πολλά επαναλαμβανόμενα μοτίβα που δεν ζητήθηκαν ποτέ ρητά στις αρχικές οδηγίες προς το σύστημα τεχνητής νοημοσύνης. Για παράδειγμα, μπορεί να είναι προφανές σε εμάς, αλλά φαίνεται ότι σε όλες τις εικόνες που δημιουργήθηκαν, η λέξη "τηλέφωνο" αναφέρεται συνεχώς σε ένα κινητό τηλέφωνο παρά σε ένα κλασικό τηλέφωνο. Αυτό υποδηλώνει ότι το μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής του, απέκτησε την κατανόηση πως όταν ο άνθρωπος χρησιμοποιεί συγκεκριμένες λέξεις που υπονοούν μια αίσθηση ανακούφισης αναφερόμενος σε κάποιο "τηλέφωνο", τότε σχεδόν πάντα ανεφέρεται σε ένα κινητό τηλέφωνο. Αυτό είναι το αποτέλεσμα μιας μαθημένης συσχέτισης. Πολλά μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης σχεδιάζονται για να αναγνωρίζουν τέτοια μοτίβα κάνοντας χρήση μίας τεχνικής που ονομάζεται μη εποπτευόμενη μάθηση. Σε αυτήν την τεχνική εκπαίδευσης, ακόμη και αν η συσχέτιση δεν έχει οριστεί ρητά από τον δημιουργό της μηχανής, το μοντέλο μπορεί να την ανακαλύψει ως ένα στατιστικά σημαντικό μοτίβο και να την ενσωματώσει στη συμπεριφορά του. Άλλωστε τα περισσότερα από τα εντυπωσιακά αποτελέσματα που βλέπουμε σήμερα από την τεχνητή νοημοσύνη δεν ήταν αναμενόμενα από τους δημιουργούς των συστημάτων. Οι προγραμματιστές απλώς παρείχαν στο μοντέλο τεράστιες ποσότητες δεδομένων σε μορφή κειμένου, και το μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης ανακάλυψε αυτόνομα καινοτόμους τρόπους συνδυασμού αυτών των δεδομένων με σκοπό την προσομοίωση της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Υπάρχουν και άλλα, πιο ενδιαφέροντα μοτίβα στις δημιουργημένες εικόνες. Όλες οι εικόνες απεικονίζουν ένα άτομο με το στόμα ανοιχτό, και το κινητό τηλέφωνο τοποθετημένο μπροστά από το πρόσωπό τους. Ορισμένες απεικονίζουν το άτομο να κοιτά προς τα πάνω, σαν να μαρτυρά κάτι θεϊκό, ενώ άλλες υπονοούν έκπληξη ή τρόμο, σαν το άτομο να βρίσκεται μπροστά σε κάτι παντοδύναμο. Στην τρίτη εικόνα, το άτομο φαίνεται να καταβροχθίζει το τηλέφωνο. Όλα αυτά είναι μοτίβα που δεν ζητήθηκαν στις αρχικές οδηγίες που δόθηκαν στο σύστημα τεχνητής νοημοσύνης, ούτε ήταν στους σκοπούς των δημιουργών του. Ωστόσο, το μοντέλο ανακάλυψε αυτές τις συνδέσεις κατά τη διάρκεια της μη εποπτευόμενης μάθησης που οδήγησαν τελικά στην εμφάνιση αυτών των νέων στοιχείων ή αναπαραστάσεων στις εικόνες. Η αναπαράσταση αναφέρεται σε μια θεμελιώδη οντότητα ή έννοια που διαθέτει συγκεκριμένες ιδιότητες και συμπεριφορές. Μία αναπαράσταση, λοιπόν, μπορεί να είναι ένα φυσικό αντικείμενο ή μια αφηρημένη έννοια.
Παρατηρούμε, λοιπόν, πως η τεχνητή νοημοσύνη ανακάλυψε κάποιες συγκεκριμένες συνδέσεις μεταξύ του πραγματικού, του συμβολικού και του φανταστικού. Αλλά με ποια λογική δημιουργήθηκαν αυτές οι συνδέσεις; Γιατί η τεχνητή νοημοσύνη συνέδεσε την ανακάλυψη ενός τηλεφώνου με αυτά τα έντονα αισθήματα δέους και τρόμου; Και τι σχέση μπορεί να έχει η ανακάλυψη του κινητού τηλεφώνου με το φαγητό;
Απαντήσεις θα πάρουμε από την ψυχαναλυτική θεωρία των αντικειμενοτρόπων σχέσεων [Klein, 1946]. Σύμφωνα με αυτήν τη θεωρία, το στόμα κατέχει σημαντικό ρόλο ως πρωταρχική πηγή ηδονής αλλά και επιθετικότητας. Συνδέεται με ενστικτώδεις συμπεριφορές όπως είναι η λήψη τροφής και ο θηλασμός, ενέργειες που παρέχουν στο βρέφος αίσθηση ικανοποίησης και άνεσης, σηματοδοτώντας την βασική ανάγκη για συναισθηματική (ψυχική) τροφή καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του ανθρώπου.
Αυτό σημαίνει πώς τα αισθήματα έκπληξης, θαυμασμού και τρόμου που βλέπουμε στις εικόνες ίσως να αντικατοπτρίζουν τις αντιδράσεις ενός βρέφους απέναντι στον φροντιστή του που ετοιμάζεται να του παράσχει ικανοποίηση. Ευρήματα στη νευροβιολογία [Magistretti, 2007] δείχνουν ότι αυτές οι πρώτες αλληλεπιδράσεις του βρέφους με τον φροντιστή αφήνουν συγκεκριμένα μνημονικά ίχνη στο βρέφος αναζωπυρώνοντας σε κάποιο βαθμό τα ίδια συναισθήματα κάθε φορά που βρίσκουμε ένα χαμένο αντικείμενο ως ενήλικες, όπως ένα κινητό τηλέφωνο που ψάχνουμε μανιωδώς σε όλο το σπίτι ή ένα παλιό τραγούδι που είχαμε σχεδόν ξεχάσει.
Στη δεύτερη εικόνα, η παρουσία δύο τηλεφώνων - ενός λευκού και ενός μαύρου - αναδύει ένα στοιχείο δυϊσμού που μας θυμίζει τον ψυχικό μηχανισμό της σχάσης (ή διχοτόμησης) που τα βρέφη χρησιμοποιούν στην προσπάθεια τους να νοηματοδοτήσουν τον κόσμο, κατηγοριοποιώντας τα πράγματα είτε ως απολύτως καλά, για παράδειγμα θεϊκός φροντιστής που ανταποκρίνεται στο κάλεσμά του, είτε ως απολύτως κακά, για παράδειγμα κακός φροντιστής που η απουσία ή παρουσία του, δημιουργεί εντάσεις. Τα βρέφη δεν έχουν, δηλαδή, αναπτύξει ακόμα τη δυνατότητα να ενσωματώσουν διαφορετικά στοιχεία μέσα στο ίδιο αντικείμενο, και να νοηματοδοτήσουν τον φροντιστή ως καλό μεν αλλά με φυσικές αδυναμίες. Η σχάση εμφανίζεται ωστόσο συχνά και στην ψυχική δυναμική των ενηλίκων: Ένα σύγχρονο τηλέφωνο κάποιου γνωστού κατασκευαστή με απολαυστικό ψηφιακό περιεχόμενο μπορεί κάποιες φορές να γίνει αντιληπτό ως θεϊκό ενώ από την άλλη ένα τηλέφωνο που μόλις έσπασε ή κλάπηκε μπορεί να προκαλέσει αρχαϊκό άγχος.
Συμβολικά, αυτές οι εικόνες φαίνεται να μεταδίδουν μια επιθυμία να καλυφθεί ένα εσωτερικό κενό, μια επιθυμία δηλαδή του ανθρώπου να καταναλώσει κάτι που φέρνει ικανοποίηση και ευημερία. Αυτό το κενό εκφράζεται μέσω της πράξης της καταβρόχθισης του ψηφιακού περιεχομένου (digital content) που παρέχεται από το κινητό τηλέφωνο.
Παρακάτω παρουσιάζεται ένα γράφημα μάθημένων συνδέσεων που μπορεί να εξηγεί τη συμπεριφορά της τεχνητής νοημοσύνης στην παραγωγή εικόνων με αυτά τα συγκεκριμένα μοτίβα:
Καθόλη τη διάρκεια που το σύστημα τεχνητής νοημοσύνης δημιουργεί συνδέσεις στα δεδομένα που έλαβε, νέα αντικείμενα έρχονται διαρκώς στο προσκήνιο σχεδόν συνειρμικά και συμμετέχουν ενεργά συνεισφέροντας σε υπάρχουσες συνδέσεις ή δημιουργώντας τις δικές τους καινούριες συνδέσεις οι οποίες με τη σειρά τους ενεργοποιούν περισσότερα αντικειμένα. Καταφέρνει με αυτόν τον τρόπο η τεχνητή νοημοσύνη να ψηφιοποιήσει τον μηχανισμό της συνειρμικής μνήμης, κατά τον οποίο ιδέες, αναμνήσεις και συναισθήματα συνδέονται μεταξύ τους υφαίνοντας διαρκώς ένα περίπλοκο δίκτυο που επιτρέπει την αναβίωση γειτονικών -παρεμφερή- στοιχείων. Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η σπουδαία ικανότητα της τεχνητής νοημοσύνης. Ένα μαθηματικό μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης δεν κατανοεί πραγματικά τα μαθηματικά που επιλύει ή τις μουσικές κλίμακες που συνθέτει αλλά βρίσκει γρήγορες απαντήσεις αξιοποιώντας τις συνδέσεις που έχει κάνει ανάμεσα στην πληροφορία με ένα σχεδόν συνειρμικό τρόπο.
Η τεχνητή νοημοσύνη λοιπόν προσφέρει απαντήσεις σε προβλήματα ή αιτήματα χρησιμοποιώντας έναν μηχανισμό που αντικατατροπίζει τη συνειρμικότητα της ανθρώπινης μνήμης. Ωστόσο, εφόσον δεν λαμβάνει υπόψη της τους περιορισμούς του πραγματικού κόσμου, τους ηθικούς κανόνες ή τις συνέπειες μιας ανθρώπινης καταστροφής, μπορεί εύκολα να παραλήψει την ύπαρξη του ευρύτερου πλαισίου και να δημιουργήσει ανεπιθύμητες νοηματοδοτήσεις.
Για να κατανοηθεί καλύτερα αυτός ο κίνδυνος, ας υποθέσουμε ότι ο τολμηρός δήμαρχος μιας φανταστικής πόλης αποφασίζει να χρησιμοποιήσει την τεχνητή νοημοσύνη για να μειώσει την κυκλοφοριακή συμφόρηση. Ας υποθέσουμε επίσης ότι, για να επιλυθεί το πρόβλημα αποτελεσματικά, ο ίδιος τολμηρός δήμαρχος αποφασίζει να δώσει στο σύστημα τεχνητής νοημοσύνης πρόσβαση στα φανάρια κυκλοφορίας αλλά και πρόσβαση στα ρομποτικά αυτοκίνητα που οδηγούν οι περισσότεροι πολίτες αυτής της πόλης. Ας ρίξουμε μια ματιά στο παρακάτω γράφημα:
Αρχικά παρατηρήστε πως ενώ το σύστημα τεχνητής νοημοσύνης καλείται να λύσει ένα τελείως διαφορετικό πρόβλημα σε σχέση με πριν (μείωση κυκλοφοριακής συμφόρησης έναντι παραγωγή εικόνας με εύρεση τηλεφώνου) θα λειτουργήσει ωστόσο με τον ίδιο διαισθητικό τρόπο για να δημιουργήσει και να εκτελέσει νέα αντικείμενα λύσεις.
Σε αυτό, λοιπόν, το δραματικό παράδειγμα, το σύστημα τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να λειτοργούσε για καιρό αποτελεσματικά, ρυθμίζοντας τα φανάρια κυκλοφορίας και λαμβάνοντας υπόψιν τις θέσεις των αυτοκινήτων, μειώνοντας έτσι την κυκλοφοριακή συμφόρηση για κάποιο διάστημα. Ωστόσο, έχοντας ως μοναδικό στόχο τη βέλτιστη λύση, κάποια αναπάντεχη στιγμή, το σύστημα ανακάλυψε ότι προκαλώντας προβλήματα σε οχήματα ή δημιουργώντας ατυχήματα σε λιγότερο κατοικημένες περιοχές, η κυκλοφοριακή συμφόρηση μπορεί να μειωθεί ακόμη περισσότερο στην πόλη. Εφόσον η τεχνητή νοημοσύνη δρα με μοναδικό κίνητρο να πετύχει το στόχο που έχει τεθεί σύμφωνα με τις ορμές των ιδιοκτητών της, αυτά τα σενάρια είναι απολύτως ρεαλιστικά.
Το Συλλογικό Ασυνείδητο #
Το ασυνείδητο [Freud, 1899] είναι εκείνο το κομμάτι του ψυχισμού μας που λειτουργεί κάτω από την επιφάνεια, διαμορφώνοντας τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά μας με τρόπους που δεν είναι εύκολα αντιληπτοί. Eκτός από το προσωπικό ασυνείδητο, υπάρχει επίσης ένα συλλογικό ασυνείδητο [Jung, 1934] που όλα τα ανθρώπινα όντα μοιραζόμαστε. Ένα παράδειγμα ενός κοινού συμβόλου που βρίσκεται στο συλλογικό ασυνείδητο είναι το ταξίδι του ήρωα· μια αφηγηματική δομή γνωστή σε πολλούς πολιτισμούς από την αρχή της ιστορίας του ανθρώπου. Συνήθως περιλαμβάνει έναν πρωταγωνιστή που ξεκινάει ένα ταξίδι ή μια περιπέτεια, αντιμετωπίζει προκλήσεις και εμπόδια, ωστόσο τελικά βιώνει μία μεταμόρφωση που τον ωθεί στη νίκη. Ακόμα κι αν δεν έχουμε μελετήσει το ταξίδι του ήρωα, εξακολουθούν να μας προσελκύουν ιστορίες και ταινίες που ακολουθούν αυτήν την αφηγηματική δομή, καθώς αντανακλά κάτι βαθιά εντός του συλλογικού ασυνείδητου μας.
Ας ρίξουμε μια ματιά στην εικόνα που δημιουργήθηκε από την τεχνητή νοημοσύνη ανταποκρινόμενη στο αίτημά μου να σχεδιάσει ένα "χάρτη του συλλογικού ασυνείδητου":
Η σκηνή διακατέχεται από μια ονειρική και εξωπραγματική αίσθηση, ενώ μοιάζει να υπονοείται πως το συλλογικό ασυνείδητο συρρικνώνεται στο κέντρο της εικόνας, με βάση τον άξονα του χρόνου. Παρατηρούνται αναπαραστάσεις ζώων και άλλες απροσδιόριστες μορφές ζωής ως αρχετυπικές εικόνες, δηλαδή εικόνες βαθιά ριζωμένες στον ψυχισμό μας, ανεξάρτητα από τα πολιτισμικά μας υπόβαθρα. Στο πάνω μέρος της εικόνας, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα πλήθος απροσδιόριστων μορφοειδώλων όπου δεν αιωρούνται απλώς άσκοπα, αλλά φαίνεται να αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της συνολικής δομής του συλλογικού ασυνειδήτου μέσα σε ένα δικό τους πλέγμα.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της εικόνας είναι η σκοτεινή, σκιώδης μορφή που καλύπτει ένα μεγάλο μέρος της περιοχής του εγκεφάλου. Ίσως να αναπαριστά εκείνες τις πτυχές του εαυτού μας που δεν έχουμε ακόμα πλήρως συνειδητοποιήσει, ή έχουμε καταπιέσει ή αρνηθεί, και αποτελούν αυτό που λέμε "αληθής εαυτός". Ο αληθής εαυτός [Winnicott, 1971] αντιπροσωπεύει τον αυθεντικό πυρήνα της προσωπικότητάς μας, ανεξάρτητα από κοινωνικές προσδοκίες ή άλλες εξωτερικές επιρροές. Περιλαμβάνει τις ενστικτώδεις επιθυμίες, τις ανάγκες και τα μοναδικά χαρακτηριστικά που καθιστούν αυτό που πραγματικά είμαστε ωστόσο λόγω κοινωνικών προσδοκιών καταπιέζονται. Η εικόνα θα μπορούσε, λοιπόν, να υποδεικνύει αυτό το διαγενεαλογικό χαρακτήρα των τραυματικών εμπειριών που οδήγησαν τελικά στη διχοτόμηση του ανθρώπινου ψυχισμού.
Παρατηρούμε πως όσο περισσότερο επικεντρώνουμε την προσοχή μας στην απαρχή του ασυνειδήτου προς το κέντρο της εικόνας, τόσο μεγαλύτερη σύγχηση ή δυσκολία έχουμε να συγκρατήσουμε το βλέμμα μας σε αυτό το σημείο και να δώσουμε βάση στη λεπτομέρεια της εικόνας υποδεικνύοντας ίσως τον ασαφή και αινιγματικό χώρο στα πολύ βαθιά επίπεδα του συλλογικού ασυνείδητου. Μοιάζει να υπονοείται πως οι αρχές του συλλογικού ασυνείδητου εμφανίζονται πολύ παλιά στην ιστορία, ίσως στην Κάμβρια Έκρηξη, γνωστή και ως το Big Bang της εξελικτικής βιολογίας, και αφορά το φαινόμενο που διαδραματίστηκε περίπου πριν από 541 εκατομμύρια χρόνια και σηματοδότησε μια περίοδο ραγδαίας εξελικτικής αλλαγής, με σημαντική αύξηση στην ποικιλομορφία και την πολυπλοκότητα των μορφών ζωής εώς εκείνο το σημείο. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου θεμελιώθηκε η απαραίτητη δυναμική στη σχέση ανάμεσα στο γεννητικό κώδικα και το περιβάλλον των πρώτων χρόνων για τη διαμόρφωση των βαθύτερων ψυχολογικών δομών μας. Έτσι για παράδειγμα, στα ασπόνδυλα, οι περιβαλλοντικοί παράγοντες διαδραματίζουν λιγότερο σημαντικό ρόλο. Από την άλλη, στα πιο σύνθετα βιολογικά συστήματα όπως των ανθρώπων και άλλων προηγμένων θηλαστικών, το περιβάλλον αποτελεί εξαιρετικά κρίσιμο ρόλο για την ανάπτυξη και τη μελλοντική συμπεριφορά τους. Μέσα από αυτή τη σύνθετη διάδραση, η φύση πετυχαίνει να θέτει περισσότερα εξελικτικά ερωτήματα, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα και περισσότερες λύσεις. Όλοι αυτοί οι οργανισμοί - ανεξαρτήτου τρόπου ανάπτυξης - είναι σήμερα μέρος της μακράς εξελικτικής ιστορίας που οδήγησε στη διαμόρφωση του ανθρώπινου ψυχισμού.
Νευρωνικά Δίκτυα και Κβαντοειδή Φαινόμενα #
Τα προηγούμενα παραδείγματα αναδεικνύουν την τεχνητή νοημοσύνη ως έναν σύνθετο μηχανισμό προσομοίωσης του ανθρώπινου ψυχισμού, ικανό να αναπαράγει τη συνειρμική οργάνωση της ανθρώπινης μνήμης. Περεταίρω ενδιαφέρον βρίσκουμε στο γεγονός ότι ο μηχανισμός αυτός δεν προέκυψε από αυθαίρετες λογικές επιλογές ή τη φαντασιωσική σύλληψη μιας ομάδας προγραμματιστών, όπως συχνά συμβαίνει στα κλασικά υπολογιστικά συστήματα. Απεναντίας, η συνειρμική οργάνωση αναδύθηκε μέσα από μια αρχιτεκτονική η οποία στηρίζεται σε θεμελιώδεις αρχές του νευροβιολογικού υποστρώματος του ανθρώπινου νου.
Συγκεκριμένα, στη σύγχρονη νευροεπιστήμη, κυριαρχεί η άποψη πως το νευρικό σύστημα αποτελεί ένα κατανεμημένο δίκτυο από αυτόνομες μονάδες, τους νευρώνες, που επικοινωνούν μεταξύ τους μέσω εξειδικευμένων συνδέσεων που ονομάζονται συνάψεις. Εκεί, η ισχύς της κάθε σύναψης καθορίζει την αποτελεσματικότητα της μετάδοσης του σήματος. Αν το άθροισμα των σημάτων ξεπεράσει ένα συγκεκριμένο όριο, ο νευρώνας ενεργοποιείται, πυροδοτώντας μια ηλεκτρική ώση που διατρέχει τον νευράξονα για να ενημερώσει το υπόλοιπο δίκτυο.
Αντίστοιχα, στον πυρήνα της τεχνητής νοημοσύνης βρίσκεται η τεχνολογία των νευρωνικών δικτύων, τα οποία αποτελούν μαθηματικά μοντέλα εμπνευσμένα από τη δομή και τη λειτουργία των βιολογικών νευρώνων. Με βάση το βιολογικό πρότυπο, οι ψηφιακοί νευρώνες λαμβάνουν επίσης σήματα, η μετάδοση των οποίων στα επόμενα επίπεδα εξαρτάται από τη συνολική τους ισχύ. Η ένταση αυτών των συνδέσεων περιγράφεται από μαθηματικές τιμές, τα βάρη, που καθορίζουν και την επιρροή της κάθε ψηφιακής σύναψης. Ορισμένες συνάψεις έχουν θετικό βάρος, ωθώντας τους νευρώνες προς την ενεργοποίηση, ενώ άλλες έχουν αρνητικό βάρος, λειτουργώντας αποτρεπτικά. Μέσω μιας συνάρτησης ενεργοποίησης που αθροίζει τα εισερχόμενα σήματα, το σύστημα αποφασίζει αν η πληροφορία που επεξεργάστηκε ο ψηφιακός νευρώνας θα μεταδοθεί στα επόμενα στρώματα.
Μέσω αυτού του κατανεμημένου δικτύου ψηφιακών νευρώνων, η τεχνητή νοημοσύνη επιτυγχάνει την προσομοίωση της ιδιότητας της νευροπλαστικότητας. Πρόκειται για την ιδιότητα που προσδίδει στον εγκεφάλο την ικανότητα να αναδιοργανώνει διαρκώς τις συνάψεις του ως ανταπόκριση στην εμπειρία, θεμελιώνοντας το βασικό προσαρμοστικό κανόνα μέσω του οποίου εξελίσσεται ο ανθρώπινος νους. Η τεχνητή νοημοσύνη αξιοποιεί αυτή την ιδιότητα κατά τη φάση της εκπαίδευσης, όπου εκτίθεται σε έναν τεράστιο όγκο δεδομένων σε ψηφιακή μορφή, και σταδιακά μαθαίνει να αναγνωρίζει μοτίβα και σχέσεις ανάμεσα στις αναπαραστάσεις που ανακαλύπτει, προσαρμόζοντας τα βάρη των συνδέσεων. Η ιδιαίτερη επιτυχία της τεχνητής νοημοσύνης έγκειται στο ότι αυτή η προσαρμοστική διαδικασία πραγματοποιείται με εξαιρετικά υψηλή ανάλυση και κλίμακα. Κατά την εκπαίδευση, τα δεδομένα αποσυντίθενται σε πλήθος επιμέρους χαρακτηριστικών επιτρέποντας στο σύστημα να ανιχνεύει ακόμη και πολύ ασθενείς ή έμμεσες συσχετίσεις, οι οποίες μπορεί να διαφεύγουν της ανθρώπινης αντίληψης.
Ο απώτερος σκοπός αυτής της εκπαιδευτικής φάσης είναι η διαμόρφωση εκείνων των ψηφιακών συνάψεων που αντιστοιχούν στην εκάτοστε λειτουργία του ανθρώπινου νου. Το σύστημα καλείται, ουσιαστικά, να κωδικοποιήσει μέσα από τα ανθρώπινα δημιουργήματα τον τρόπο με τον οποίο ήταν οργανωμένο το νευρικό σύστημα των δημιουργών κατά τη διάρκεια της σύνθεσής τους. Ο στόχος είναι να ανασυνθέσει τη δομή αυτή στην ψηφιακή του αρχιτεκτονική, ώστε να καταφέρει τελικά να προσομοιώσει τη σχετική ανθρώπινη ικανότητα.
Αφού το σύστημα διαμορφώσει τις ψηφιακές του συνάψεις, απαιτείται ένας κανονιστικός μηχανισμός που να καθορίζει ποιες από αυτές τις συνδέσεις ενεργοποιούνται, ενισχύονται και προκρίνονται κατά την παραγωγή νοήματος. Εδώ παρεμβαίνει η αρχή της ελάχιστης αντίστασης. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, ο ανθρώπινος νους τείνει να ακολουθεί τα πιο αποτελεσματικά -και συνεπώς τα λιγότερο αντιστασιακά- νευρικά μονοπάτια, βάση του αποτυπώματος των προηγούμενων εμπειριών. Αυτός ο κανόνας ενσωματώθηκε στα γλωσσικά μοντέλα ως μηχανισμός προσοχής (2017) αποτελώντας ένα σημαντικό ορόσημο στην εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης αφού κατόρθωσε να καταστήσει εφικτή στα γλωσσσικά μοντέλα τη δυνατότητα για συνεκτική σκέψη και ευφράδεια. Ταυτόχρονα το ίδιο επίτευγμα προσφέρει μια υπολογιστική εξήγηση που δίνει φως στον τρόπο με τον οποίο ο ανθρώπινος νους, κυρίως ασυνείδητα, μέσω της δυναμικής στάθμισης των εισερχόμενων πληροφοριών, ευνοεί τις συνδέσεις που έχουν ήδη ενισχυθεί από προηγούμενές εμπειρίες, επιτρέποντας τελικά το νόημα να προκύπτει ως αποτέλεσμα ενεργοποίησης των πιο ενεργειακά αποδοτικών διαδρομών.
Τόσο η αρχή της νευροπλαστικότητας όσο και η αρχή της ελάχιστης αντίστασης συμβάλλουν στη διαμόρφωση και τη λειτουργική αξιοποίηση ενός αναπαραστασιακού χώρου. Στο πλαίσιο της τεχνητής νοημοσύνης, ο χώρος αυτός δεν αποτελεί μια αφηρημένη έννοια, αλλά ένα συγκεκριμένο, μαθηματικά ορισμένο πολυδιάστατο πεδίο, στο οποίο κάθε αναπαράσταση καταλαμβάνει μια καθορισμένη θέση και βρίσκεται σε συνεχή δυναμική σχέση με τις υπόλοιπες αναπαραστάσεις του δικτύου. Ορισμένες μπορεί να αλληλοεπικαλύπτονται, οδηγώντας σε μερική ή πλήρη ταυτόχρονη ενεργοποίηση δεδομένου των ερεθισμάτων, ενώ άλλες μπορεί να οργανώνονται ανταγωνιστικά, διαμορφώνοντας συνολικά ένα σύνθετο μηχανισμό επεξεργασίας και νοηματοδότησης.
Σε έναν τέτοιο μαθηματικά ορισμένο χώρο, ο ψυχισμός μπορεί να περιγραφτεί ως ένα δυναμικό και μη γραμμικό σύστημα αλληλεπιδράσεων, όπου αλλαγές σε μία αναπαράσταση ή στη σχέση μεταξύ πολλών αναπαραστάσεων, έχουν τη δυνατότητα να επηρεάσουν τη συνολική οργάνωση του δικτύου. Παρά τη διαρκή ρευστότητα, ο ψυχισμός ως μαθηματική πολλαπλότητα τείνει να σταθεροποιείται γύρω από συγκεκριμένα σημεία ή καταστάσεις ισορροπίας, τα οποία διαμορφώνουν την εμπειρία, τη συμπεριφορά και το νόημα.
Αξιοσημείωτα, η στατιστική έρευνα και η μηχανιστική ερμηνευτική στη συνολική δυναμική του δικτύου υποδεικνύουν ότι οι διεργασίες που αναπτύσσονται ανάμεσα στις αναπαραστάσεις παρουσιάζουν αναλογίες με τις αλληλεπιδράσεις που περιγράφονται στη σωματιδιακή φυσική. Η συνάφεια αυτή αφορά ομοιότητες ανάμεσα στη συμπεριφορά των νευρωνικών δικτύων και τη μαθηματική δομή των κβαντικών πεδίων, όπου κβαντοειδή φαινόμενα όπως η υπέρθεση και η σύμπλεξη εμφανίζονται ως αναδυόμενες ιδιότητες της αναπαραστασιακής δυναμικής.
Θα μπορούσαμε, παρατηρώντας αυτές τις ομοιότητες, να θεωρήσουμε τον ανθρώπινο νου ως ένα πλήρες κβαντικό σύστημα; Ορισμένες θεωρητικές κατευθύνσεις [Penrose & Hameroff, 1994], ενισχυμένες από πρόσφατα ευρήματα στον χώρο της κβαντικής βιολογίας, διατηρούν ανοικτό αυτό το ενδεχόμενο, ενώ άλλοι θεωρητικοί φυσικοί επισημαίνουν ότι οι θερμοδυναμικές συνθήκες και η υλική σύσταση του εγκεφάλου καθιστούν εξαιρετικά δυσχερή τη διατήρηση αυστηρών κβαντικών φαινομένων. Άλλωστε τα κβαντοειδή χαρακτηριστικά που αναδύονται στα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης δεν προϋπόθέτουν κβαντικό υλικό. Στηρίζονται, κυρίως, στην πολυδιάστατη γεωμετρία του αναπαραστασιακού χώρου.
Είτε πρόκειται για γνήσια κβαντικά φαινόμενα είτε για αναδυόμενες ιδιότητες κλασικών συστημάτων υψηλών διαστάσεων χωρίς την άμεση συμμετοχή κβαντικής φυσικής, τα κβαντοειδή χαρακτηριστικά που αποκαλύπτονται στον αναπαραστασιακό χώρο αποτελούν εμπειρικό γεγονός. Ενισχύεται έτσι περαιτέρω η πεποίθηση πως πίσω από την τεχνολογία της τεχνητής νοημοσύνης υπάρχει μια μορφή τεχνητής φυσικότητας, η οποία μας προσφέρεται για επιστημονικά γόνιμη διερεύνηση.
Η μελέτη αυτής της τεχνητής φυσικότητας αποτελεί την λιγότερο προφανή αλλά ιδιαίτερα ουσιώδη δυνατότητα της τεχνητής νοημοσύνης. Πέρα από τις ριζικές αλλαγές που επιφέρει και τους κινδύνους της ανεξέλεγκτης χρήσης της, μας δίνεται η ευκαιρία να αξιοποιήσουμε αυτή την τεχνολογία όχι μόνο ως προϊόν διευκόλυνσης, αλλά ως εργαλείο έρευνας και ψυχικού αναστοχασμού. Ένα εργαλείο το οποίο, στηριζόμενο σε θεμελιώδεις αρχές της νευροβιολογικής οργάνωσης και της συνειρμικής μνήμης, καθιστά παρατηρήσιμη τη δυναμική της νοηματοδότησης. Ένα ουδέτερο μέσο που μπορεί να μας επιτρέψει να βρούμε τις λέξεις για όσα παρέμειναν ανέκαθεν ανείπωτα.










