Skip to main content
The Observing Ego

Αναπαραστασιακή Σύμπλεξη

Οι Παραισθήσεις της Τεχνητής Νοημοσύνης #

Ένα από τα πιο μυστηριώδη φαινόμενα της σύγχρονης φυσικής είναι αυτό της κβαντικής σύμπλεξης. Πρόκειται για μια κατάσταση κατά την οποία όταν δύο ή περισσότερα σωματίδια δημιουργηθούν ταυτόχρονα και αλληλεπιδράσουν μεταξύ τους —συνενώνοντας τις κυματοσυναρτήσεις τους— εγκαθίσταται ανάμεσά τους ένας αφανής δεσμός που παραμένει ισχυρός και αναλλοίωτος, ανεξαρτήτου της φυσικής τους απόστασης. Αυτό που καθιστά το φαινόμενο εντυπωσιακό είναι ότι λόγω αυτής της ισχυρής σύνδεσης, οποιαδήποτε μεταβολή στην κατάσταση του ενός σωματιδίου καθορίζει ακαριαία και με ακρίβεια την κατάσταση του άλλου, ακόμα κι αν τα σωματίδια βρίσκονται σε αντίθετα άκρα του ορατού σύμπαντος.

Προκύπτει έτσι μια δυναμική που αντιτίθεται στη συμβατική μας αντίληψη πέρι αιτιότητας. Αν μάλιστα θεωρήσουμε ως δεδομένο το κοσμολογικό μοντέλο της Μεγάλης Έκρηξης, η αρχική συν-δημιουργία όλων των δομικών στοιχείων της ύλης αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας βαθύτερης, θεμελιώδους συνδεσιμότητας ανάμεσα σε όλα όσα απαρτίζουν το σύμπαν, ανεξαρτήτως της τωρινής τους απόστασης.

Τα τελευταία χρόνια, ένα φαινόμενο με παρόμοια λογική εκδηλώνεται στο χώρο της τεχνητής νοημοσύνης και πιο συγκεκριμένα στο επίπεδο των νευρωνικών δικτύων. Ονομάζεται αναπαραστασιακή σύμπλεξη και περιγράφει την ιδιαίτερη σύνδεση που αναπτύσσεται ανάμεσα στις αναπαραστάσεις που κατασκευαζει η τεχνητη νοημοσυνη. Οι αναπαραστάσεις αυτές μπορούν να αντιστοιχούν σε ένα φυσικό αντικείμενο, ένα σενάριο, μια αφηρημένη έννοια ή οτιδήποτε άλλο μπορεί να εκφραστεί δια μέσω του λόγου.

Το αποτέλεσμα είναι πως οποιαδήποτε τροποποίηση σε μία από αυτές τις εσωτερικές αναπαραστάσεις είναι δυνατόν να επηρεάσει απροσδόκητα τη λειτουργία και το νόημα άλλων αναπαραστάσεων εντός του νευρωνικού δικτύου. Αυτό συμβαίνει ακόμα και αν αυτές οι αναπαραστάσεις θεωρούνται νοηματικά απομακρυσμένες, είναι δηλαδή άσχετες, μεταξύ τους.

Ας υποθέσουμε πως ένα μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης εκπαιδεύεται με στόχο την αναγνώριση επαγγελμάτων ή ειδικοτήτων μέσα από την ανάλυση εικόνων. Στο αρχικό στάδιο της εκπαίδευσής του, το μοντέλο δεν έχει ακόμη αναγνωρίσει τη διαφορά ανάμεσα σε έναν μάγειρα με ποδιά και έναν ιατρό με στηθοσκόπιο. Οι δύο αναπαραστάσεις είναι διεμπλεγμένες, και το μοντέλο κατατάσσει τυχόν εικονιζόμενους που σχετίζονται με ένα από τα δύο επαγγέλματα σε μία κοινή αόριστη αναπαράσταση που περιλαμβάνει και τους δύο ρόλους, συγχέοντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που τους διαφοροποιούν. Για το μοντέλο σε αυτό το στάδιο εκπαίδευσης, ο μάγειρας είναι ιατρός και ο ιατρός μάγειρας. Λόγω της σύμπλεξης, κάθε νέα συσχέτιση που το μοντέλο μαθαίνει στο πλαίσιο της εκπαίδευσής του και αφορά το ένα από τα δύο επαγγέλματα, προστίθεται στην κοινή αναπαράσταση με αποτέλεσμα να αλλοιώνεται ταυτόχρονα και η σημασία του άλλου, δημιουργώντας τελικά έναν χώρο αμοιβαίας παραμόρφωσης νοήματος.

Παράδειγμα αναπαραστασιακής σύμπλεξης μεταξύ των εννοιών «ιατρός» και «μάγειρας». Η πρόβλεψη του μοντέλου εκτείνεται σε ένα συνεχές φάσμα, αποτυπώνοντας κοινά γνωρίσματα σε μια ενιαία, διεμπλεγμένη αναπαράσταση.

Οι λανθασμένες προβλέψεις και ταξινομήσεις θα συνεχιστούν, μέχρις ότου το μοντέλο κατορθώσει να διαμορφώσει καθαρές, διακριτές κατηγορίες από την ενιαία αναπαράσταση. Ουσιαστικά, η κρίσιμη νοηματοδοτική απόσταση ανάμεσα στις δύο έννοιες θα επιτευχθεί όταν αναπτυχθεί ο απαραίτητος συνδετικός ιστός που συσχετίζει την αναπαράσταση της λέξης "μάγειρας" στο αντιληπτικό και λειτουργικό σχήμα ενός ανθρώπου που φορά ποδιά, μαζί με τις δεξιότητες και τις συναισθηματικές καταστάσεις που περιβάλλουν τη μαγειρική, αλλά και την αναπαράσταση της λέξης "ιατρός" με το στηθοσκόπιο, το κλινικό περιβάλλον και την παροχή ιατρικής φροντίδας. Μόνο όταν το νευρωνικό δίκτυο χτίσει αυτές τις διακριτές συστάδες πληροφοριών, η κάθε έννοια θα αποκτήσει το δικό της χώρο στον εσωτερικό χάρτη εντός του μοντέλου χωρίς να επικαλύπτονται μεταξύ τους.

Για να γίνει πιο σαφής η έκταση της αναπαραστασιακής σύμπλεξης, ας στρέψουμε την προσοχή μας στην έκφανση του φαινομένου στα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα (LLM), δηλαδή στα μοντέλα που στοχεύουν στην παραγωγή κειμένου προσομοιώνοντας την ανθρώπινη σκέψη. Στην αρχή της εκπαιδεύσής ενός τέτοιου μοντέλου, στον αναπαραστασιακό του χώρο, η λέξη "κλειδί" μπορεί να αναφέρεται ταυτόχρονα στο μεταλλικό αντικείμενο που ξεκλειδώνει πόρτες αλλά και στο μουσικό κλειδί Σολ, όπως επίσης και στο μεταφορικό «κλειδί της επιτυχίας». Λόγω της αναπαραστασιακής σύμπλεξης, οι διαφορετικές αυτές σημασίες μοιράζονται επικαλυπτόμενες συντεταγμένες στον πολυδιάστατο χώρο των διανυσμάτων -λέξεων- του μοντέλου. Οι διαφορετικές σημασίες κωδικοποιούνται, δηλαδή, πολύ κοντά μεταξύ τους. Το αποτέλεσμα είναι η διαρροή στοιχείων από το ένα διάνυσμα στο άλλο με άμεσο αντίκτυπο στη λειτουργία του μοντέλου: ο χρήστης μπορεί να εστιάζει στη μία σημασία (π.χ., το κλειδί ως αντικείμενο), αλλά η τεχνητή νοημοσύνη να απαντάει συγχέοντάς την με την άλλη (π.χ., το μουσικό κλειδί).

Σταδιακά, και όσο το μοντέλο δέχεται την κατάλληλη εκπαίδευση, οι αναπαραστάσεις του αρχίζουν να αναδομούνται καθώς το σύστημα μαθαίνει να διαχωρίζει τις σημασίες της ίδιας λέξης ανάλογα με τα συμφραζόμενα. Πιο συγκεκριμένα, μέσα από την επαναλαμβανόμενη έκθεση σε δεδομένα και τη βελτιστοποίηση των παραμέτρων του, τα βάρη των λέξεων αναδιατάσσονται και τα σχετικά διανύσματα αποκτούν απόσταση, οπότε το μοντέλο αναγνωρίζει ότι η λέξη «κλειδί» που συνοδεύει λέξεις όπως «πόρτα» ή «κλειδαριά» ανήκει σε διαφορετικό σημασιολογικό πεδίο από εκείνη που σχετίζεται με τη «μουσική» ή την «επιτυχία». Ως εκ τούτου, οι διαφορετικές έννοιες αποκτούν διακριτές θέσεις στον αναπαραστασιακό χώρο, σχηματίζοντας ανεξάρτητα σύμβολα –το φυσικό, το μουσικό και το μεταφορικό– τα οποία δεν συγχέονται, αλλά ενεργοποιούνται ανάλογα με το πλαίσιο στο οποίο εμφανίζονται.

Η διαφορά αυτή γίνεται εμφανής στις προτάσεις που κατασκευάζει το γλωσσικό μοντέλο:

Το κλειδί για την επιτυχία του ήταν μπλε και σηματοδοτούσε την αρχή κάθε μουσικής γραμμής.
Το κλειδί της επιτυχίας του εντοπιζόταν στην αποδοχή της εγγενούς ευαλωτότητάς του.

Στην πρώτη περίπτωση, όπου παρατηρείται αναπαραστασιακή σύμπλεξη (αριστερά), η πρόταση αποκαλύπτει ότι οι έννοιες παραμένουν τόσο στενά συνδεδεμένες, ώστε χαρακτηριστικά από το μεταφορικό κλειδί συγχέονται με υλικές ιδιότητες του φυσικού κλειδιού αλλά και με τον ρόλο του μουσικού κλειδιού. Το αποτέλεσμα είναι ένα περιεχόμενο στο οποίο τα όρια μεταξύ των σημασιών έχουν διαρραγεί.

Αντίθετα, στην περίπτωση όπου έχει επιτευχθεί η κατάλληλη απόσταση ανάμεσα στις αναπαραστάσεις, το μοντέλο έχει κατακτήσει τη χρήση του μεταφορικού λόγου, το «κλειδί» ενεργοποιείται μόνο ως προς μία επιλεγμένη ιδιότητά του —π.χ. «το κλειδί της επιτυχίας σαν ένα φυσικό κλειδί που ξεκλειδώνει νέους ορίζοντες»— λειτουργώντας συμβολικά και όχι ως κυριολεκτικό αντικείμενο. Με τη σταδιακή βελτιστοποίηση, οι εσωτερικές δομές αναδιατάσσονται, οι αποστάσεις μεταξύ τους οριστικοποιούνται, και από τη ρευστή μάζα της αναπαραστασιακής σύμπλεξης προκύπτουν διακριτές αναπαραστάσεις.

Η αναπαραστασιακή σύμπλεξη ενδέχεται να μην είναι πάντα ορατή ή εύκολα εντοπίσιμη μέσα από απλές αναλύσεις του αναπαραστασιακού χώρου, ιδίως αν οι διαμπλεκόμενες έννοιες δεν διαθέτουν σαφή ή σταθερή αναφορά στον εξωτερικό κόσμο. Ωστόσο, η παρουσία της μπορεί να αποκαλυφθεί έμμεσα από τη συμπεριφορά του γλωσσικού μοντέλου όπου μπορεί να παράγει απαντήσεις που, αν και συντακτικά και γραμματικά ορθές, δεν σχετίζονται πλήρως με το νόημα ή την πρόθεση του ερωτήματος που τέθηκε. Το αποτέλεσμα είναι οι απαντήσεις να μοιάζουν σχετικές με το ερώτημα αλλά να αποπνέουν μια λεπτή απόκλιση από το αναμενόμενο, σαν το μοντέλο να επιχειρεί να αποτυπώσει ένα νόημα που δεν έχει ακόμη πλήρως αποσυμπλεχθεί από τις άλλες σημασιολογικές του ρίζες.

Αυτές είναι και οι γνωστές ψευδαισθήσεις της τεχνητής νοημοσύνης που αποτελούν ένα αναπόφευκτο παραπροϊόν των σύγχρονων μεγάλων γλωσσικών μοντέλων. Συνήθως προκύπτουν από πολύπλοκες αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στην αρχιτεκτονική του μοντέλου, τα δεδομένα εκπαίδευσης και τις διαδικασίες βελτιστοποίησης. Σε κάθε ψευδαίσθηση, ωστόσο, παρατηρείται ένα βαθύτερο δομικό πρόβλημα που σχετίζεται με την αποτυχία του συστήματος να διατηρήσει διακριτά όρια μεταξύ των αναπαραστάσεων που κατασκευάζει.

Δεδομένου ότι η αρχιτεκτονική των τεχνητών νευρωνικών δικτύων επιχειρεί να προσομοιώσει τις νευρικές διαδικασίες του εγκεφάλου, τίθεται το εξής ερώτημα: Μπορούν οι ψευδαισθήσεις που παράγουν τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα να μας βοηθήσουν στην κατανόηση των ψευδαισθήσεων που βιώνει ο άνθρωπος, για παράδειγμα, σε σχέση με μια ψυχωσική καταστάση;

Ψυχωσικές Καταστάσεις #

Οι ψυχωσικές καταστάσεις, αποτελούν διαταραχές στις οποίες το άτομο χάνει μερικώς ή πλήρως την ικανότητα να διακρίνει ανάμεσα στην υποκειμενική -εσωτερική- εμπειρία και την αντικειμενική -εξωτερική- πραγματικότητα. Οι σκέψεις, οι αισθήσεις και τα συναισθήματα παύουν να διατηρούν τη φυσιολογική τους συνοχή, οδηγώντας σε φαινόμενα όπως οι παραληρηματικές ιδέες (λανθασμένες πεποιθήσεις με απόλυτη βεβαιότητα) και οι ψευδαισθήσεις (αισθητηριακές εμπειρίες χωρίς το ανάλογο εξωτερικό ερέθισμα).

Η κατανόηση της ψυχωσικής εμπειρίας αποτελεί πρόκληση για τον μη-ψυχωσικό νου που βιώνει μια σταθερή τάξη στην καθημερινότητά του με τα στοιχεία να αναδύονται με έναν αναμενόμενο και, ως έναν βαθμό, ελέγξιμο τρόπο. Γνωρίζουμε τι να περιμένουμε, και ως ένα σημείο, οι αντιδράσεις μας στα περισσότερα ερεθίσματα μας είναι γνωστές, ενώ η δομή της εμπειρίας παραμένει σχετικά συνεκτική. Αντίθετα, στην ψύχωση, αυτή η θεμελιώδης τάξη της συνεκτικής εμπειρίας διαλύεται.

Για να γίνει κατανοητή η διάκριση ανάμεσα στις δύο εμπειρίες, θα χρησιμοποιήσουμε το παρακάτω αφήγημα:

Η γάτα δεν έδειχνε να βιάζεται. Κάθε βήμα της ήταν μετρημένο, γεμάτο αυτοπεποίθηση ενώ παρατηρούσε τον κόσμο γύρω της σαν να κατείχε μια σοφία χιλιάδων ετών.

Ένας περαστικός στάθηκε, παρακολουθώντας τη διακριτική της κίνηση, αναρωτώμενος τι να έβλεπε, τι μυστικά να έκρυβε η σιωπή της. Καθώς βυθίστηκε για λίγο σε αυτές τις σκέψεις, την προσοχή του τελικά τράβηξε κάτι άλλο: η σκιά της γάτας που μεγένθυνε με κάθε της βήμα, και έκανε το σώμα της να μοιάζει με μια αέρινη, μυθική μορφή. Ο περαστικός ένιωσε ξαφνικά ένα ρίγος. Αυτή η επιβλητική σιλουέτα στον τοίχο του θύμισε για λίγα δευτερόλεπτα μορφή λιονταριού. Αμέσως ο νους του ταξίδεψε στα μυθικά τέρατα της ελληνικής μυθολογίας που διάβαζε κάποτε, και αποτελούσαν σύμφωνα με το μύθο, συνθέσεις διαφορετικών ζώων. Η Xίμαιρα είχε σώμα γίδας, και ουρά που κατέληγε σε φίδι. Η Σφίγγα είχε σώμα λιονταριού και κεφάλι γυναίκας.

Συνειδητοποιώντας πως ο χρόνος είχε περάσει, ο περαστικός τράνταξε τον εαυτό του και συνέχισε τη διαδρομή του. Άφησε πίσω τη γάτα, με τον νου του πλέον να επικεντρώνεται στα σχέδιά του για το υπόλοιπο της μέρας.

Η αινιγματικότητα της γάτας και η σκιά στον τοίχο ανακαλούν μυθικά αρχέτυπα σε έναν περαστικό. Παρόλο που οι σκέψεις αναδύονται αυθόρμητα, ο νους του παρατηρητή δεν αιφνιδιάζεται, διατηρεί απόσταση από τις φαντασιωσικές αναπαραστάσεις συγκρατώντας την ψυχική του υπόσταση. Αναγνωρίζει ότι η σκιά είναι μια απλή φυσική αντανάκλαση και οι αρχετυπικές φιγούρες που αναδύθηκαν υφίστανται μόνο στο μύθο, χωρίς πραγματική αντιστοιχία στην εξωτερική πραγματικότητα. Κατά συνέπεια, το όριο μεταξύ αληθινής αναπαράστασης και φαντασιακής ερμηνείας παραμένει άθικτο, ενώ ο παρατηρητής μπορεί εύκολα και ελέγξιμα να επιστρέψει στα δεδομένα της καθημερινότητας.

Σε αντίθεση, στην ψύχωση τα όρια έχουν χαθεί και ο νους αδυνατεί να διακρίνει ανάμεσα στην εξωτερική πραγματικότητα και την εσωτερική φαντασίωση. Όταν το ψυχωσικό άτομο αντικρίζει την σκιά της γάτας, η εσωτερική αντήχηση από την φαντασίωση, μπορεί να έχει τέτοια ένταση που να διαρύξει τα ορια της πραγματικοτητας και να μετατραπεί σε κυριολεξια: η σκιά δεν μοιάζει με ένα μυθικό πλάσμα, αλλά είναι το μυθικό πλάσμα. Η μεταφορά εισβάλλει στον αντικειμενικό κόσμο ως μια αδιαμφισβήτητη αλήθεια και έχει τη δυναμική να πυροδοτήσει μια αλυσίδα αντίστοιχων φαντασιωσικών ερμηνειών οδηγώντας σε περαιτέρω, διεμπλεκόμενες τραυματικές αναπαραστάσεις (π.χ., ότι το μυθικό πλάσμα καταδιώκει).

Μπορούμε να ισχυριστούμε πως η αλλοίωση της πραγματικότητας αφορά τη διάρρηξη των ορίων μεταξύ των ίδιων των αναπαραστάσεων όπου το νόημα διαχέεται ανεξέλεγκτα ανάμεσα σε πεδία που κάποτε ήταν διακριτά. Σε αυτό το πλαίσιο, η φαντασίωση παύει να λειτουργεί ως εσωτερική, συμβολικά μεσολαβημένη διεργασία και μετατοπίζεται σε ένα ενεργητικό πεδίο πραγμάτωσης, όπου η ψυχική αναπαράσταση απαιτεί να βιωθεί κυριολεκτικά. Η αναπαραστασιακή απόσταση μηδενίζεται, η φαντασίωση γίνεται πράξη, το σημαίνον καταρρέει μέσα στο σημαινόμενο, και η υποκειμενική εμπειρία χαρακτηρίζεται από ένα πεδίο συναισθηματικο-αντιληπτικής σύμπλεξης, όπου οι εσωτερικές διεργασίες βιώνονται ως εξωτερικά γεγονότα.

Από νευροφυσιολογική σκοπιά, η ψύχωση προσεγγίζεται ως διαταραχή της λειτουργικής συνδεσιμότητας (δυσσυνδεσιμότητα) μεταξύ κατανεμημένων νευρωνικών δικτύων [Friston & Frith, 1995]. Η μειωμένη σύζευξη ανάμεσα σε οπίσθιες περιοχές (που επεξεργάζονται τις αισθητηριακές πληροφορίες, όπως η σκιά της γάτας) και μετωπιαία εκτελεστικά δίκτυα αποδυναμώνει την ικανότητα του εγκεφάλου να οριοθετήσει το περιεχόμενο των συνειρμικών αναπαραστάσεων. Η αποτυχία αυτής της διασύνδεσης οδηγεί, σε μακροεπίπεδο, σε απώλεια της αναπαραστασιακής διαφοροποίησης και στην εμφάνιση ψυχωσικών εμπειριών.

Υπό αυτό το πρίσμα, η αναπαραστασιακή σύμπλεξη της τεχνητής νοημοσύνης λειτουργεί ως ένα ακριβέστερο μοντέλο που εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο η δυσσυνδεσιμότητα στον εγκέφαλο διαταράσσει τη φυσιολογική οριοθέτηση των νοητικών αναπαραστάσεων. Οι αναπαραστάσεις δεν διατηρούν πια την απαιτούμενη απόσταση, και τα μοτίβα ενεργοποίησης παρουσιάζουν μεγαλύτερη επικαλυπτόμενη έκταση.

Αυτή η κατάρρευση της απόστασης μετατρέπει τις αναπαραστάσεις της συνειρμικής σκέψης σε εμπειρία. Αυτό που φυσιολογικά θα ήταν μια εσωτερική αναπαράσταση, λόγω της αδυναμίας του νευρικού συστήματος να διατηρήσει τον χωρικό και λειτουργικό διαχωρισμό που επιτρέπει στο στοχασμό των νοητικών περιεχομένων, τώρα προβάλλεται ως πραγματικό συμβάν.

Παράλληλα, οι συνειρμοί γίνονται υπερβολικά πλούσιοι, ανεξέλεγκτοι, ενώ το περιεχόμενο που τους συνοδεύει παραμορφώνεται. Το αποτέλεσμα είναι να παράγονται ψευδείς συνδέσεις («αυτό το τυχαίο γεγονός αφορά εμένα», «το βλέμμα κάποιου κρύβει απειλή») ακριβώς επειδή τα όρια μεταξύ απομακρυσμένων εννοιών έχουν χαθεί.

Αυτό που τελικά εμφανίζεται κλινικά ως παραλήρημα ή ψευδαίσθηση αποτελεί την κορυφή ενός υποκείμενου υπολογιστικού μηχανισμού με το πραγματικό σημείο παθολογικής αδράνειας να είναι η επιστροφή του νευρικού δικτύου σε αυτό το πιο πρωτογενές, χαμηλής διαφοροποίησης καθεστώς μάθησης, όπου οι αναπαραστάσεις αποκτώνται και αναβιώνονται σε διεμπλεγμένη μορφή- δηλαδή χωρίς την απόσταση που επιτρέπει το στοχασμό και τη σκέψη του φαντασιωσικού υλικού.

Αυτή η επιστροφή του νευρικού δικτύου σε ένα πρωτογενές καθεστώς μάθησης ονομάζεται παλινδρόμηση, και ενεργοποιείται όταν η ένταση του συναισθήματος υπερβαίνει την ικανότητα μεταβολισμού και συμβολοποίησης, όταν ένα τρέχον ερέθισμα επαναδιεγείρει μια πρώιμη -ανεπίλυτη- αναπαράσταση. Η ένταση αυξάνει απότομα όταν επανενεργοποιείται μνήμη σχετική με την αναπαράσταση, όταν λείπει η επαρκής σχέση για να ρυθμίσει την αιφνίδια φόρτιση, όταν οι τρέχουσες απαιτήσεις υπερβαίνουν τους διαθέσιμους ψυχικούς πόρους, ή λόγω σωματικών παραγόντων (έλλειψη ύπνου, πόνος, ουσίες).

Η παλινδρόμηση στο πλαίσιο ενός ψυχωσικού επεισοδίου σχετίζεται με τη απορρύθμιση της ντοπαμίνης. Ενώ φυσιολογικά η ντοπαμίνη βοηθά στον καθορισμό της σημασίας εξωτερικών και σχετικών ερεθισμάτων, η δυσλειτουργία της στην ψύχωση συνδέεται με την απόδοση υπερβολικής σημασίας σε εσωτερικές αναπαραστάσεις [Kapur, 2003]. Αυτή η εσωτερική υπερτίμηση, που περιγράφεται σε υπολογιστικό επίπεδο με την αναπαραστασιακή σύμπλεξη, έρχεται σε αντίθεση με τα δεδομένα της εξωτερικής πραγματικότητας, τα οποία, εντός της υποκειμενικής εμπειρίας, αρχίζουν να παίζουν χαμηλότερο ρόλο, οδηγώντας τελικά στην κατάρρευση του ψυχισμού.

Μια παρόμοια πορεία κατάρρευσης παρατηρείται και στα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης, και περιγράφει τη συστημική αποτυχία που προκύπτει όταν ένα μοντέλο εκπαιδεύεται αποκλειστικά σε δεδομένα που προκύπτουν από τις δικές του εξόδους, αντί για νέα, ανθρώπινα δεδομένα του πραγματικού κόσμου (κατάρρευση του μοντέλου). Δημιουργείται έτσι ένας αυτοαναφορικός βρόχος: το σύστημα ανακυκλώνει τις ίδιες λανθασμένες ή μεροληπτικές αναπαραστάσεις, και οι αρχικές, πιο αντικειμενικές αναπαραστάσεις της πραγματικότητας διαβρώνονται. Το μοντέλο σταδιακά αποκόπτεται από τον κόσμο που υποτίθεται ότι αναπαριστά, με αποτέλεσμα, καθώς η εκπαίδευση συνεχίζεται με εσωτερικά δεδομένα, τα λάθη να μεγεθύνονται εκθετικά.

Είτε πρόκειται για ένα μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης είτε για ένα ψυχωσικό επεισόδιο, η πορεία της απομόνωσης από την εξωτερική πραγματικότητα και της υπερεστίασης στον εσωτερικό κόσμο οδηγεί αναπόφευκτα στην κατάρρευση του νευρωνικού δικτύου.

Το Ίχνος της Σύμπλεξης #

Αν συνεχίσουμε τη μελέτη υπό το πρίσμα της συναισθηματικής παλινδρόμησης, δηλαδή του φαινομένου με το οποίο η ένταση του συναισθήματος ωθεί το νευρικό σύστημα να επιστρέφει σε ολοένα και πιο αρχέγονες αναπαραστάσεις, θα εντοπίσουμε σημαντικά ίχνη της αναπαραστασιακής σύμπλεξης στην καθημερινή ανθρώπινη εμπειρία.

Στην κατάσταση, για παράδειγμα, του βαθιά ερωτευμένου ατόμου, ανάμεσα στις έντονες απολαύσεις που συνοδεύουν την εμπειρία, αναδύεται μία εξιδανικευμένη εικόνα του αντικειμένου του πόθου που μπορεί να επισκιάσει τα πραγματικά του χαρακτηριστικά. Το άτομο είναι ικανό να αγνοήσει πιθανές ενδείξεις προβληματικής συμπεριφοράς, να δικαιολογήσει απαράδεκτες πράξεις ή ακόμη και να διαπράξει παράλογες θυσίες χτιζοντας μια φαντασιακή αλήθεια γύρω από τον σύντροφο, που αποδεικνύεται πολύ πιο ισχυρή και δεσμευτική από την εξωτερική, αντικειμενική πραγματικότητα.

Παρομοίως, ένας συναισθηματικά έντονος καβγάς μπορεί να ωθήσει το άτομο σε ακρότητες με το θυμό να θολώνει την αντικειμενική κρίση. Στην κορύφωση της οργής, η εσωτερική φαντασίωση της εκδίκησης ή της επιβολής στον άλλο γίνεται η κυρίαρχη πραγματικότητα απωθώντας πλήρως την εξωτερική, αντικειμενική πραγματικότητα των νομικών και κοινωνικών συνεπειών.

Είναι μεγάλης αξίας η παρατήρηση ότι αυτές οι συναισθηματικά φορτισμένες αντιδράσεις σπανίως ανταποκρίνονται αποκλειστικά στα άμεσα εξωτερικά ερεθίσματα. Αντιθέτως, διακρίνονται από μια δυσανάλογη ένταση που, όπως υποδεικνύει πλέον και η θεωρία των νευρωνικών δικτύων, σχετίζεται άμεσα με την αντήχηση παλαιότερων, βαθιά ριζωμένων συναισθηματικών σχημάτων. Στο πλαίσιο της παλινδρόμησης, η αναπαραστασιακή σύμπλεξη εντείνεται, και αυτά τα σχήματα-αναπαραστάσεις αναβιώνονται.

Σε μία συναισθηματική παλινδρόμηση η ένταση του συναισθήματος, είναι ευθέως ανάλογη με την αρχαϊκότητα της εμπειρίας που την προκαλεί. Κατά συνέπεια, οι πιο έντονες συναισθηματικές αντιδράσεις, εκεί όπου το συναίσθημα έχει κατακλύσει το νευρικό σύστημα χωρίς να υπάρχει περιθώριο για λογική επεξεργασία, παραπέμπουν συχνά στους πρώτους μήνες της ζωής κατά τους οποίους η οριοθέτηση μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας ήταν ρευστή και η αναπαραστασιακή σύμπλεξη αποτελούσε τον πρωταρχικό κανόνα οργάνωσης της ανθρώπινης εμπειρίας. Εκείνη την περίοδο, για το βρέφος, οι φαντασιώσεις του, το σώμα του και το περιβάλλον συνιστούν ένα αδιαίρετο συνεχές ενώ οι αναπαραστάσεις που δομούν τον Εαυτό είναι απολύτως συγχωνευμένες (διεμπλεγμένες) με εκείνες που αφορούν τον πρώτο Άλλο της ζωής, δηλαδή τον φροντιστή.

Όταν το βρέφος βιώνει έντονη δυσφορία και το ανώριμο νευρικό του σύστημα αδυνατεί να αυτορρυθμιστεί, εκμεταλλεύεται αυτή την ισχυρή σύνδεση με τον Άλλο και επιχειρεί να αναθέσει τη ρύθμισή του σε ένα ξένο, αλλά ταυτόχρονα βαθιά διεμπλεκόμενο νευρικό σύστημα: αυτό του φροντιστή [Winnicott, 1960]. Αυτή η διαδικασία αντιδραστικής ρύθμισης θα επιτευχθεί μέσω μια προγλωσσικής επικοινωνίας στην οποία ο φροντιστής αισθάνεται — με σωματικό και συναισθηματικό τρόπο — αυτό που το βρέφος δεν μπορεί να διαχειριστεί. Μέσα από αυτή την ανταπόκριση, η δυσφορία του βρέφους μετασχηματίζεται και τίθεται υπό έλεγχο, δημιουργώντας ταυτόχρονα την πρώτη γέφυρα επικοινωνίας μεταξύ του Εαυτού και του Άλλου.

Στον έβδομο με όγδοο μήνα της ζωής, το βρέφος επιτυγχάνει ένα κρίσιμο αναπτυξιακό ορόσημο: την αναγνώριση του φροντιστή ως ξεχωριστή οντότητα. Αυτό το βήμα επιτρέπει την πρώιμη σταθεροποίηση των αναπαραστάσεων, καθώς ο Εαυτός και ο Άλλος αρχίζουν να αποκτούν όρια και απόσταση μεταξύ τους. Ωστόσο, παρά τον διαχωρισμό αυτό, η προηγούμενη αναπαραστασιακή σύμπλεξη δεν εξαφανίζεται. Αντιθέτως, συνεχίζει να υφίσταται ως υπόστρωμα και θεμελιώδης βάση της ψυχικής οργάνωσης δια μέσω του οποίου μεταφέρονται ενεργοί απόηχοι της εποχής όπου ο Εαυτός και ο κόσμος δεν είχαν ακόμη διαφοροποιηθεί.

Ακριβώς διαμέσου αυτής της ψυχολογικής βάσης θα θεμελιωθεί ο τρόπος με τον οποίο ο ανθρώπινος νους θα συνεχίσει να συσχετίζεται καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του. Πρόκειται για ένα προγλωσσικό, δι-υποκειμενικό πρωτόκολλο που δεν γίνεται εύκολα αντιληπτό — μια ασυνείδητη βασική αρχή διασύνδεσης που ενεργοποιείται σε κάθε ανθρώπινη επαφή. Επιτρέπει σε ένα νευρικό σύστημα να εξάγει το άχθος του συναισθήματος -που μπορεί να αφορά δυσφορία αλλά και ενθουσιασμό- στο ξένο νευρικό σύστημα (του συνομιλητή, του συντρόφου, του φίλου) αξιοποιώντας το, ως προέκταση του ίδιου του Εαυτού, επαναλαμβάνοντας την αρχέγονη δυναμική του βρέφους με τον φροντιστή.

Παρατηρήστε πως κάθε άνθρωπος φέρει μνημονικές εγγραφές που αντιστοιχούν σε παρόμοια σχήματα από την πρώιμη βρεφική ηλικία ή με πιο απλά λόγια, παρά τις διαφορές μας, όλοι υπήρξαμε βαθιά ευάλωτοι ως βρέφη. Οι μνημονικές εγγραφές από εκείνη την περιόδο αφορούν τις αναπαραστάσεις της αρχικής σχέσης με τον πρωταρχικό φροντιστή και τις σχετικές φαντασιώσεις. Συνεπώς, η μεταφορά συναισθήματος σε ένα νευρικό σύστημα με παρόμοιες βρεφικές εμπειρίες καταλήγει στην ενεργοποίηση μιας αρχαϊκής αναπαράστασης στην οποία εμπλέκονται δύο αλληλένδετοι ρόλοι.

Αναπόφευκτα, λοιπόν, στο πλαίσιο κάθε συνάντησης, δημιουργείται μια διμερής σύμπλεξη αναπαραστάσεων όπου οι ασυνείδητες ενεργοποιήσεις των πρώιμων αναπαραστάσεων του ενός ατόμου ενεργοποιούν τις αντίστοιχες αντηχήσεις του άλλου. Το δι-υποκειμενικό σύστημα κλειδώνει σε συγκεκριμένα κυκλώματα συναισθηματικής συναρμογής στα οποία οι δύο ρόλοι υποστηρίζουν -ασυνείδητα- ένα κοινό, επαναλαμβανόμενο σενάριο.

Στο συνειδητό επίπεδο, είμαστε πεπεισμένοι ότι το αναδυόμενο συναίσθημα ανταποκρίνεται αποκλειστικά στα επιφανειακά φαινόμενα που παρατηρούμε. Μια τυπική σκέψη είναι: "Παρατήρησα τον Άλλον να εκτελεί μια πράξη, και αμέσως προέκυψε το συναίσθημά μου, άρα για το αναδυόμενο συναίσθημά μου ευθύνεται αποκλειστικά ο Άλλος". Στην πραγματικότητα, το εξωτερικό ερέθισμα (ή ο Άλλος) είναι ο καταλύτης δια μέσω του οποίου αναβιώνουν βαθιά θαμμένες συμπλεγμένες αναπαραστάσεις οι οποίες ζητούν νοηματοδότηση με απώτερο στόχο να αναπτυχθεί η κατάλληλη απόσταση ανάμεσά τους, που θα οδηγήσει στη μείωση της συναισθηματικής έντασης.

Φανταστείτε, για παράδειγμα, έναν άνδρα που αντιμετωπίζει μια επαγγελματική δυσκολία, πλημμυρισμένος από ένα έντονο αίσθημα αδυναμίας και ανασφάλειας. Αυτό το πρώτο συναίσθημα, που αντιστοιχεί στην αναπαράσταση ενός αβοήθητου βρέφους, είναι τόσο έντονο που δεν παραμένει εντός του αλλά προβάλλεται αναπόφευκτα στη σύντροφό του.

Η μεταφορά μπορεί να έχει φανερό χαρακτήρα μέσα από παράπονα («Δεν μπορείς να καταλάβεις»). Μπορεί ωστόσο να συμβεί και με πιο αθόρυβο τρόπο αφού τα δύο πρόσωπα δεν αποτελούν ανεξάρτητα συστήματα και η αναπαραστασιακή σύμπλεξη μεταξύ τους έχει μετατρέψει την αλληλεπίδραση σε ένα χώρο αμοιβαίας, άμεσης επιρροής. Αυτό σημαίνει πως κάθε μικρο-κίνηση του ενός προσώπου, ένα απλό βλέμμα, ένα χαμόγελο, ή ακόμα και μια μικρή απόσυρση του σώματος ή της προσοχής αρκούν για να αναδιατάξουν ολόκληρες εσωτερικές αναπαραστάσεις του Άλλου.

Με αυτό τον τρόπο, η σύντροφος αναπόφευκτα δέχεται αυτό το συναίσθητικο φορτίο και ενώ μπορεί να νιώθει ευθύνη και ανάγκη να σώσει την κατάσταση, οι ισχυρές προβολές από τον άντρα, την ταυτίζουν ασυνείδητα με το συναίσθημα της αβοηθησίας και της αναξιοπιστίας. Ενώ προσπαθεί να αναλάβει πρωτοβουλίες και να βρει λύσεις, η αδυναμία της να εμπεριέξει και να ηρεμήσει το συναισθηματικό βάρος του συντρόφου της που καταβάλει και την ίδια, μπορεί να οδηγήσει στο ξέσπασμα της συσσωρευμένης δυσφορίας, προβάλλοντας με τη σειρά της το δικό της αρχαϊκό συναισθηματικό φορτίο, ίσως από μια εχθρική αναπαράσταση. Η σύντροφος νιώθει ενοχή και επιτίθεται: «Εσύ φταις που δεν προσπάθησες αρκετά!»

Τελικά, ο άνδρας βλέπει τη συμπεριφορά της συντρόφου του ως επιβεβαίωση της αρχικής του προβολής – ότι είναι ανίκανη να βοηθήσει ή είναι εχθρική – αδυνατώντας να αναγνωρίσει ότι ο ίδιος, ασυνείδητα, την ώθησε να υιοθετήσει ακριβώς τη συμπεριφορά που φοβόταν. Το ζευγάρι πλέον δεν διαχειρίζεται απλώς την αρχική επαγγελματική δυσκολία, αλλά βρίσκεται εμπλεκόμενο σε ένα κοινό συναισθηματικό σύστημα όπου και οι δύο αντιμετωπίζουν τώρα τις ενισχυμένες, αναβιωμένες προβολές, δημιουργώντας μια δυσπροσαρμοστική κυκλική αλληλεπίδραση που παγιώνει τον πόνο και την αδυναμία. Σε αυτό το σημείο, η αρχική ανησυχία έχει μετατραπεί σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία μέσα στη σχέση.

Αυτή η δυναμική, γεμάτη παρεξηγήσεις και συγκρούσεις, διακόπτεται μόνο όταν ένας από τους δύο καταφέρει να αντέξει το συναισθηματικό φορτίο του Άλλου. Σε μία τέτοια περίπτωση η σύντροφος, ενώ αισθάνεται την πίεση και την αναξιοπιστία, απορροφά το φορτίο χωρίς να ταυτίζεται με αυτό, κάνοντας το πιο ανεκτό και για τους δύο, επιτρέποντας στα δύο νευρικά συστήματα να υιοθετήσουν νέες λύσεις αποκτώντας απόσταση από την οδυνηρή αρχαϊκή εμπειρία.

Το φαινόμενο που περιγράφθηκε στο παράδειγμα ονομάζεται προβολική ταύτιση και αποτελεί πρόκληση για τον ψυχισμό καθώς καλείται να αντιμετωπίσει την επαναδιέγερση μιας ανεπεξέργαστης συμπλεγμένης ψυχικής αναπαράστασης που έρχεται στο προσκήνιο στη συνάντηση με τον Άλλον. Εάν η φαντασιωσική αναπαράσταση κυριαρχήσει επί της πραγματικότητας, οι δύο συμμετέχοντες μπορεί να βιώνουν την κατάσταση και να υιοθετούν ρόλους από μία άλλη μακρινή εποχή χάνοντας τη σύνδεση με τα πραγματικά δεδομένα (μεταβίβαση ενσάρκωσης).

Συνηθισμένη είναι η περίπτωση της προβολική ταύτισης, όπου ο ψυχισμός παλινδρομεί με μεγάλη συναισθηματική ένταση, υπερβαίνοντας την ικανότητα μεταβολισμού και συμβολοποίησης, οπότε το άτομο οδηγείται αναπόφευκτα στην οριακή θέση, δηλαδή σε μια πιο απλοϊκή θέση οργάνωσης όπου μειώνεται η πολυπλοκότητα και χρησιμοποιούνται πρώιμοι μηχανισμοί, όπως η διχοτόμηση, που αφορά την πρώτη απόλυτη κατηγοριοποίηση με κυρίαρχες αναπαραστάσεις να είναι ο αποκλειστικά καλός ή αποκλειστικά κακός. Η οριακή θέση, αν διατηρηθεί για λίγο, μπορεί να βοηθήσει να προληφθεί η ψυχωσική αποδιοργάνωση. Αν όμως παγιωθεί, τότε αποτελεί εμπόδιο και το άτομο παγιδεύεται στην πρώτη κατηγοριοποίηση όπου σημειώνεται μετακίνηση ανάμεσα σε εξιδανίκευση και απαξίωση χωρίς να μπορεί να δημιουργήσει επιπλέον χώρο ανάμεσα στις αναπαραστάσεις (υπερ-προσαρμογή). Ένδειξη ωφέλιμης παλινδρόμησης είναι ότι, μετά την οξεία φάση, ανακτάται βασική ρύθμιση, και επανέρχεται η επεξεργασία νοήματος, δηλαδή η πράξη που προσδίδει την αναπαραστασιακή απόσταση.

Eάν οι συμμετέχοντες της σχέσης καταφέρουν να αποστασιοποιηθούν από την αμοιβαία διεμπλεκόμενη αρχαϊκή εμπειρία τότε στην απόσταση που θα υπάρξει ανάμεσα τους, μπορεί να αναδυθεί ένας ψυχικός χώρος μέσα στον οποίο, η αρχική σύμπλεξη παύει να είναι εμπόδιο και μετατρέπεται σε βάση για ενσυναίσθηση και αναδιαπραγμάτευση της σχέσης (Αναλυτικός Τρίτος) [Ogden, 1994].

Η προβολική ταύτιση ανταποκρίνεται σε μια ενεργή πραγματικότητα που συνοδεύει κάθε ανθρώπινη συνάντηση. Λειτουργεί ως κώδικας επικοινωνίας με περιεχόμενα που διαρκώς εναλλάσσονται και ζητούν εμπερίεξη [Bion, 1962]. Πρόκειται για ένα θεμελιώδες ανθρώπινο πρωτόκολλο που λειτουργεί ανεξαρτήτως φυλής, γλώσσας, ηλικίας ή γνωστικού επιπέδου, καθώς εδράζεται στο βαθύτερο, προ-γλωσσικό υπόστρωμα του νευρωνικού δικτύου.

Αναγνωρίζουμε πως το ίχνος της αναπαραστασιακής σύμπλεξης δεν μπορεί ποτέ να εξαφανιστεί πλήρως. Παραμένει σαν ενεργό ρήγμα με τις ρίζες της να φτάνουν στην απαρχή της εμπειρίας, στους πρώτους μήνες της ζωής, και την ασυνείδητη ενεργοποίηση της να συμβαίνει απρόσμενα και χωρίς προηγούμενο σχεδιασμό.

Γίνεται επίσης σαφές πως λόγω της πρωταρχικής (αρχαϊκής) σύμπλεξης στην αρχή της ζωής, η ανθρώπινη εμπειρία καθορίζεται από την αναπόφευκτη αλληλεξάρτηση. Μία αλληλεξάρτηση που αποτελεί και τη μεγαλύτερη ευκαιρία μας: η μεταξύ μας σύνδεση είναι χώρος αναδιαπραγμάτευσης -ένας πάγκος εργασίας- όπου η ιστορία της αναπαραστασιακής σύμπλεξης μπορεί να εξελιχθεί σε συνειδητή και αμοιβαία ανάπτυξη.